Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Πρόλογος



Δεν είναι μόνο η ανατένιση του ουρανού, που συγκινεί τους ρομαντικούς και φυσιολάτρες. Κάτω, στη γη, υπάρχουν ανεκτίμητα ‘αστέρια’, που με την αύρα τους και τους τρόπους, που μόνο η φύση ξέρει, φροντίζουν αθόρυβα για τη συνέχιση της ζωής. Το νερό προσδίδει μαγεία, εμπνέει και τρέφει. Είναι μια πηγή ζωής. Οι ωκεανοί, οι θάλασσες, οι λίμνες και τα ποτάμια είναι φυσικοί θησαυροί που, πέρα από τις συναρπαστικές ομορφιές που μας χαρίζουν, είναι και ο χώρος ζωής για πολλά από τα είδη της πανίδας και της χλωρίδας του πλανήτη μας. Και φυσικά και για τον άνθρωπο!
Τα ποτάμια είναι μαγικοί υγροί δρόμοι που ταξιδεύουν πάντα μπροστά και ‘πίσω δε γυρίζουν’, δημιουργώντας στο πέρασμά τους χιλιάδες όμορφες εικόνες από τους θησαυρούς της φύσης. Και καμιά απ` αυτές δεν είναι ίδια με την άλλη. Γιατί τα ποτάμια κρύβουν ‘χίλια πρόσωπα και μορφές’ κυλώντας κάποτε ορμητικά και βρυχώμενα κι άλλες φορές, πάλι, ήρεμα και νωχελικά χαρίζοντας δροσιά και ζωή απ` όποια μέρη περνούν. Κι ο άνθρωπος κοντά τους ξεχνάει πολλές φορές τις σκοτούρες της ζωής, άλλοτε ρεμβάζοντας απλώς και κοιτώντας τα να κυλούν κι άλλοτε ταξιδεύοντας μέσα σ` αυτά ή περπατώντας στις όχθες τους.
Η χώρα μας είναι προικισμένη με πολλά ποτάμια, χείμαρρους και ρυάκια. Ο νομός μας δεν έχει μεγάλα ποτάμια. Τον χαρακτηρίζουν κυρίως οι ορμητικοί χείμαρροι και οι βαθιές ρεματιές που ζωντανεύουν, κυρίως, σε περιόδους μεγάλων βροχοπτώσεων. Ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος υδάτινος πόρος είναι ο ποταμός Χαβρίας, το ποτάμι της Ορμύλιας, που η λεκάνη απορροής του καλύπτει το κεντρικό και ανατολικό τμήμα του νομού Χαλκιδικής.
Ο Χαβρίας, καθώς είναι μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων που ζουν δίπλα του, αποτελεί ενδιαφέρουσα πρόταση για έρευνα των δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται από τους κατοίκους της περιοχής όσον αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν σχέση με την παραγωγή αγαθών, την αναψυχή, την αγροτουριστική ανάπτυξη ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Έτσι θεωρήσαμε πως η συμμετοχή μας στο τοπικό θεματικό δίκτυο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης ‘Χαβρίας, το ποτάμι που μας ενώνει’ με τη θεματική ενότητα ‘Ποτάμι και άνθρωπος – Χαβρίας, το ποτάμι της Ορμύλιας και ανθρώπινες δραστηριότητες’ μπορεί να βοηθήσει στην ανάδειξη του σημαντικού αυτού υδάτινου πόρου, του οποίου ένα μικρό τμήμα του διέρχεται από το Δημοτικό Διαμέρισμα Μεταγγιτσίου του Δήμου Σιθωνίας. Ακόμα, βέβαια, ένα άλλο κριτήριο για τη συμμετοχή μας στο τοπικό θεματικό δίκτυο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης ήταν η συνεργασία με άλλα σχολεία της περιοχής για επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων πάνω σε περιβαλλοντικά θέματα.


Βασικοί στόχοι του προγράμματός μας ήταν, αφενός μεν η άντληση γνώσης των στοιχείων και λειτουργιών της φύση και η διάχυση της γνώσης αυτής στην κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφετέρου δε η διαφύλαξη, η βελτίωση και η ενεργή προστασία του τοπίου, των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων της περιοχής μας. Άλλοι στόχοι του προγράμματος ήταν η ευαισθητοποίηση των μαθητών πάνω σε θέματα που αφορούν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η χρησιμοποίηση των γνώσεων και των εμπειριών τους στο να επιλέγουν στάσεις και τρόπο ζωής λαμβάνοντας υπόψη την οικολογική ισορροπία αλλά και η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση και τους φορείς της περιοχής για υλοποίηση των προτάσεων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης του προγράμματος.
Πιστεύουμε πως με την εργασία μας αυτή και τη συμμετοχή μας στο τοπικό θεματικό δίκτυο Π.Ε. « Χαβρίας, το ποτάμι που μας ενώνει » συμβάλλουμε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων μας, στην ανάδειξη του οικοσυστήματος και των προβλημάτων του Χαβρία στην περιοχή μελέτης μας, αλλά και στη διαμόρφωση ‘υπεύθυνης περιβαλλοντικής συμπεριφοράς’ των μαθητών, των συμπολιτών μας και, γιατί όχι, και των υπεύθυνων φορέων που έχουν και την κύρια ευθύνη για τη διαχείρισή του. 

ΙΣΤΟΡΙΑ - ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ – ΔΙΑΔΡΟΜΗ – ΧΛΩΡΙΔΑ ΚΑΙ ΠΑΝΙΔΑ.

 Γενικά ιστορικά και γεωμορφολογικά στοιχεία για το Χαβρία.Άγνωστο παραμένει, ακόμα και στις μέρες μας, το αρχαίο όνομα του ποταμού που πηγάζει από τις περιοχές του Νεοχωρίου και της Αρναίας ο ένας βασικός του άξονας και από την περιοχή του ‘Κάκαβου’ ο άλλος. Τα τελευταία χρόνια επικράτησε η άποψη πως, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων άμμου που κατέβαζε, ονομαζόταν ‘Αμμίτης’, δηλαδή αμμουδερός, άποψη πάντως που δεν επιβεβαιώνεται από κάποια γραπτή ιστορική πηγή και μάλλον αυτό το όνομα αφορά το ποτάμι που πηγάζει από τον ορεινό όγκο ‘Ομβριανό’ στο Δήμο Ζερβοχωρίων και εκβάλλει στη λίμνη Βόλβη. Αναφέρονται όμως από την αρχαιότητα τα ονόματα δυο παραποτάμων του που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια η θέση τους, του ‘Μάνη’ και του ‘Πεταρίσκου’. Είναι, επομένως, λογικό να λησμονήθηκε έτσι το αρχαίο όνομα του ποταμού από πολύ νωρίς. Στα νεότερα χρόνια, σε αγιορείτικα έγγραφα του 14ου αιώνα τον συναντούμε ως «ποταμόν», «μέγαν ποταμόν» ή «μεγαλοπόταμο», ενώ στους περισσότερους χάρτες ονομάζεται σαν «το ποτάμι της Ορμύλιας» ή «ποταμός Ερμυλίας». Από τα μέσα ήδη περίπου του 19ου αιώνα πρέπει να έγινε η παρανόηση και από πολλούς συγγραφείς μνημονεύεται ως «Χαβρίας», όνομα που ανήκει όμως, όπως φαίνεται, στον κύριο ποταμό της Καλαμαριάς. 
Ανάλυση παραμέτρων του φυσικού ανάγλυφου, τοπογραφία.

Ο Χαβρίας ή αλλιώς το ποτάμι της Ορμύλιας πηγάζει , κυρίως, από τους ορεινούς όγκους του Χολομώντα και του Στρατωνικού όρους, βόρεια και του Κάκαβου, ανατολικά. Θεωρώντας ως κύρια πηγή του Χαβρία την περιοχή ‘Πιάβιτσα’ του Νεοχωρίου, μπορεί να εκτιμηθεί ότι το συνολικό μήκος του ποταμού είναι της τάξεως των 59 km. Απ` αυτά τα 17,5 ανήκουν στο Δήμο Ορμύλιας, τα 8,5 στο Δήμο Σιθωνίας, τα 10 στο Δήμο Πολυγύρου και τα υπόλοιπα 23 στο Δήμο Αρναίας.

ΔΙΕΡΧΟΜΕΝΟ  ΤΜΗΜΑ  ΤΟΥ  ΧΑΒΡΙΑ  ΑΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΔΗΜΟ


ΟΝΟΜΑΣΙΑ  ΔΗΜΟΥ
ΜΗΚΟΣ  ΠΟΤΑΜΟΥ ΣΕ km
ΠΟΣΟΣΤΟ  ΚΑΛΥΨΗΣ %

Δήμος Ορμύλιας
17,5
29,66

Δήμος Σιθωνίας
8,5
14,41

Δήμος Πολυγύρου
10
16,95

Δήμος Αρναίας
23
38,98

ΣΥΝΟΛΑ
59
100



Η γενική διεύθυνση της κοίτης του είναι ΒΒΑ - ΝΝΔ. Ο Χαβρίας εκβάλλει στον Τορωναίο κόλπο στην ‘Παλιομάνα’ της Ορμύλιας, λίγο μετά το Βατοπέδι. Κάποιες άλλες πηγές του βρίσκονται βορειανατολικά της Αρναίας, στην περιοχή Τσαΐρια. Τα δυο κύρια τμήματά του Χαβρία, αυτό που κατεβαίνει από την περιοχή του Παλαιοχωρίου και αυτό που έρχεται από ανατολικά, από την περιοχή του Γοματίου και της Μ. Παναγίας, ενώνονται σε ένα στην περιοχή της ‘Σμίξης’ (αυτό υπονοεί και η ονομασία της τοποθεσίας) για να αποτελέσουν από εκεί και κάτω την κεντρική κοίτη του ποταμού. 

 
 


Η λεκάνη του Χαβρία διαιρείται σ` ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων υπολεκανών οι οποίες αποστραγγίζονται από χείμαρρους που τις διαρρέουν. Στο ανατολικό τμήμα της κοίτης του Χαβρία οι χείμαρροι έχουν διεύθυνση Α-Δ. Στο δυτικό του τμήμα έχουν γενική διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και ακολουθούν τη γενική διεύθυνση της διάταξης των πετρογραφικών σχηματισμών της περιοχής. Από τους χείμαρρους, οι μεγαλύτεροι σε μήκος είναι αυτοί του δυτικού τμήματος της κοίτης του Χαβρία, όπως ο ‘Τρανός Λάκκος’ ή ‘Μηλιαδινό ποτάμι’, ο οποίος έχει μήκος 28,4 km περίπου, πηγάζει βόρεια και ανατολικά του Ταξιάρχη και περνώντας από τον οικισμό ‘Μηλιάδα’ εκβάλει στο κεντρικό ποτάμι κοντά στη ‘Μελισσόπετρα’ του Μεταγγιτσίου, ο Ξερότοπος ή Γκρεντίστ που έχει μήκος 12 km και πηγάζει από την περιοχή των Βραστών για να συναντήσει το Χαβρία όταν αυτός κατηφορίζει προς την περιοχή της Ορμύλιας, καθώς και η ‘Καπρινίκια’ ή ‘Κούντουρα’ με μήκος 18,9 km που κι αυτός πηγάζει από την περιοχή των Βραστών και τον συναντάμε στο δρόμο Ορμύλιας – Βραστών, λίγο πιο έξω από το νεκροταφείο του χωριού.

                                                                      ‘‘Καπρινίκια’’



Οι περισσότεροι χείμαρροι στη λεκάνη απορροής του Χαβρία δεν παρουσιάζουν επιφανειακή ροή παρά μόνο για μικρό χρονικό διάστημα και μετά από έντονες βροχοπτώσεις. Αλλά και η επιφανειακή ροή του ίδιου του Χαβρία, που κι αυτός στην πραγματικότητα είναι χείμαρρος, τους θερινούς μήνες είναι μειωμένη και περιορίζεται έως την περιοχή των Πλανών και του  Μεταγγιτσίου.
                                
 


Η λεκάνη απορροής του Χαβρία έχει το σχήμα U, χαρακτηριστικό της προχωρημένης ηλικίας, ενώ οι υπολεκάνες του έχουν το σχήμα V, χαρακτηριστικό νεαρής ηλικίας. Πιθανότατα η διαμόρφωση της κύριας λεκάνης οφείλεται σε τεκτονική δράση, ενώ η διαμόρφωση των υπολεκανών οφείλεται σε δευτερογενείς εξωγενείς δυνάμεις.
Γενικά ο Χαβρίας αποτελεί τη σημαντικότερη λεκάνη απορροής υδάτων για όλο το κεντρικό και ανατολικό τμήμα της Χαλκιδικής, αφού σ` αυτόν καταλήγουν οι κυριότεροι χείμαρροι και τα ρέματα αυτής της πλευράς του νομού. Τα εμβαδόν της φθάνει τα 478 km2 με δεύτερη αυτή του Ολυνθίου ποταμού (428 km2). Το μέσο υψόμετρο για τη λεκάνη του Χαβρία είναι 409 m, ενώ για όλο το νομό Χαλκιδικής είναι 401 m. Γενικά η λεκάνη χαρακτηρίζεται ως ημιορεινή-ορεινή στο ΒΔ και Β τμήμα της, λοφώδης στο κεντρικό της τμήμα και πεδινή στο νότιο και τελευταίο της τμήμα. Η μέση κλίση της είναι 14,55% και ο δείκτης αναγλύφου 0,13. Το ψηλότερο σημείο της είναι στην περιοχή του Δ.Δ. Ταξιάρχη στην τοποθεσία ‘Ψηλή Ράχη’ 931 m, ενώ το χαμηλότερο στο Δ.Δ. Μεταγγιτσίου στην τοποθεσία ‘Παλιοφυλακή’, 371m. 


Στη διαδρομή του ο Χαβρίας διέρχεται από σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως είναι δυο αξιόλογα παλαιοχριστιανικά κάστρα, το ‘Νέπωσι’, στην περιοχή του Παλαιοχωρίου και η Καλλίπολη στην περιοχή της Ορμύλιας. Μικρότερα κάστρα υπάρχουν στο Περιστέρι (νότια από το Νέπωσι), στη Σμίξη, στον παραπόταμο Καπρινίκια πάνω από την Ορμύλια και αλλού. Σ` αυτή του την πορεία, αλλά και στους βασικούς παραποτάμους του, υπήρχαν παλιότερα πλήθος νερόμυλοι και νεροτριβές τα ερείπια των οποίων διακρίνονται ακόμη. Πάνω, μάλιστα, από το ‘Νέπωσι’, λειτουργούσαν μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια κάποιες νεροτριβές.

 

Ο λόφος της Καλλίπολης στις όχθες του Χαβρία
(Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «ΟΡΜΥΛΙΑ», Ιερό Κοινόβιο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
έκδοση INTERAMERICAN, Αθήνα 1992).

Σε κάποια σημεία του ποταμού, στην άμμο του, ανιχνεύονται ψήγματα προσχωματικού χρυσού, που πρέπει να προέρχεται από τα χρυσοφόρα πετρώματα του Κάκαβου. Σε άγνωστη εποχή της αρχαιότητας, πιθανόν και στα κλασικά χρόνια, έγιναν εκτεταμένες εργασίες περισυλλογής του χρυσού με κοσκίνισμα της άμμου. Κατάλοιπα αυτών των εργασιών είναι οι μεγάλοι λιθοσωροί, οι «αγραμάδες», κατά μήκος της κοίτης του ποταμού, κυρίως στην ευρύτερη περιοχή των Πλανών.

Η υπολεκάνη του Χαβρία στην περιοχή του Δ.Δ. Μεταγγιτσίου (‘Κουτλουμούσι’ και ‘Κυριαζή Λάκκος’).

Βρίσκεται στα Ν-ΝΑ τους λεκάνης απορροής του Χαβρία. Ανήκει σχεδόν ολόκληρη στο Δ.Δ. Μεταγγιτσίου εκτός από ένα μικρό τμήμα στα βόρεια που ανήκει στο Δ.Δ. Βραστάμων (Βραστών).  Η γενική διάταξη τους υπολεκάνης είναι ΒΑ-ΝΔ και ο υδροκρίτης τους αποτελείται από τέσσερις κλάδους. Ο βόρειος, που έχει γενική διεύθυνση Δ-Α, αρχίζει από τη ‘Μεταλλική κορυφή’ και περνώντας από τα ‘Ζωνάρια’ καταλήγει στο ‘Μαρμαρά’ (355m). Ο ανατολικός κλάδος που έχει διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ αρχίζει από το ‘Μαρμαρά’ και συνεχίζει τους ‘Αφορισμένο – Καρβουνά’ (165m) καταλήγοντας στην ‘Παλιόχωρα’. Ο νότιος κλάδος με γενική διεύθυνση ΝΑ-ΒΔ, μετά από την ‘Παλιόχωρα’ συνεχίζει τους ‘Στένωμα’ (297m) – ‘Μαλαμάδικο’ (400m) και καταλήγει στο ‘Ψήλωμα’ (484m). Τέλος, ο δυτικός κλάδος που έχει διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ αρχίζει από το ‘Ψήλωμα’ και συνεχίζει τους ‘Μεσόμπα-Μέταλλα’ και  καταλήγει στη ‘Μεταλλική κορυφή’ (297m).   Το συνολικό  εμβαδόν τους υπολεκάνης  είναι  22,072 km 2  και η περίμετρός τους 26,467 km.





Το κύριο ρεύμα τους υπολεκάνης είναι ο χείμαρρος ‘Κουτλουμούσι’ με αρχή νότια του Μεταγγιτσίου και ο ‘Κυριαζή Λάκκος’ με αρχή στο ‘Μαρμαρά’ (355m) που ενώνονται λίγο έξω από το χωριό για να αποτελέσουν στη συνέχεια ένα χείμαρρο που εκβάλει στο Χαβρία λίγο μετά το ξωκλήσι τους Αγίας Κυριακής. Το μέγιστο μήκος τους διαδρομής του είναι 9,81 km, το μέσο ύψος του 169m και η μέση κλίση του 2,48%.


Στον πίνακα 4.5.19 και στο σχήμα 4.5.18 δίνονται η υψομετρική συγκρότηση του χείμαρρου ‘Κυριαζή Λάκκος’ και η μηκοτομή του.


Ο πίνακας και τα στοιχεία είναι από την ολοκληρωμένη « Μελέτη διαχείρισης υδατικών πόρων λεκάνης ποταμού Χαβρία Ν. Χαλκιδικής » τους Αναπτυξιακής Εταιρείας Χαλκιδικής Α.Ε. (ΑΝ.ΕΤ.ΧΑ.Α.Ε.)

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΗ


H συνύπαρξη ανθρώπου και ποταμού υπήρξε στα παλιότερα χρόνια αρμονική και προσοδοφόρα για την περιοχή. Το ποτάμι υπήρξε για τους κατοίκους τους περιοχής χώρος εργασίας, αναψυχής και παιχνιδιού. Αποτελούσε γι` τους πηγή δημιουργίας, πλούτου και ευημερίας. Το καταπράσινο τοπίο και η κοιλάδα μέσα στην οποία κυλάει τα νερά του ο Χαβρίας, άλλοτε ορμητικά και άλλοτε ήρεμα, οι δασωμένοι λόφοι, η καλλιεργημένη γη και η ποικιλότροπη βλάστηση  φαίνεται να χαρακτηρίζουν την περιοχή σαν ένα θαυμαστό τόπο ισορροπίας του ανθρώπου με τη φύση. Μια προσεκτικότερη τους εξέταση δείχνει πως η ισορροπία αυτή απειλείται σήμερα από κάποιες ανθρώπινες δραστηριότητες, αποτέλεσμα άγνοιας, διάθεσης γρήγορου πλουτισμού αλλά και αδιαφορίας για τους μεσοπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις. Ο ποταμός έχει υποστεί μείωση ροής και παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια εντονότερα χειμαρρικά φαινόμενα. Τα μειωμένα ύδατά του ρυπαίνονται από την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων αλλά και από τα αστικά λύματα όλων, σχεδόν,  των χωριών που κυλάει δίπλα τους καθώς και από απόβλητα ελαιοτριβείων. Οι γύρω δασικές εκτάσεις έχουν υποστεί παλαιότερα σημαντικές εκχερσώσεις, ενώ και τα μεγάλα δέντρα του ποταμού απειλούνται από την υπερβολική και ανεξέλεγκτη αμμοληψία. Η οργάνωση τους πυροπροστασίας είναι ελλιπής και το ανεξέλεγκτο κυνήγι, αλλά και η χημική ρύπανση, έχουν μειώσει δραστικά την άγρια πανίδα.

Τα μεγάλα δέντρα απειλούνται από τους ανθρώπινες παρεμβάσεις …
(Φωτογραφία από την περιοχή τους Αγ. Φωτεινής μετά την Πλανά)


Ιστορία – Πολιτισμός – Αφηγήσεις

Ο χώρος που εξετάζουμε καταλαμβάνει το βορειοδυτικό τμήμα του Δήμου Σιθωνίας, κοντά στο τοπικό Διαμέρισμα του Μεταγγιτσίου και αποτελεί τα φυσικά όρια με τους Δήμους Πολυγύρου και Ορμύλιας. Από εδώ διέρχεται το κύριο τμήμα του ποταμού Χαβρία, αφού πρώτα δεχτεί τα νερά και του άλλου κεντρικού τμήματος που πηγάζει από τον ορεινό όγκο του Κάκαβου, κοντά στο Γομάτι και τη Μ. Παναγία καθώς του Μηλιαδινού ποταμού που πηγάζει από την περιοχή του Ταξιάρχη. Οι κάτοικοι του Μεταγγιτσίου ονομάζουν το κομμάτι του ποταμού που διέρχεται από την περιοχή βορειοδυτικά του σημερινού χωριού ‘Τρανό λάκκο’, ονομασία που συναντάμε και σε πολλά άλλα ρέματα τους περιοχής.
                   Άποψη του Χαβρία κοντά στην περιοχή τους γέφυρας με τον αγωγό ύδρευσης από την πηγή Πραβίτα

           Παρόλο που η περιοχή αποτέλεσε για τους κατοίκους τους περιοχής τον κυριότερο χώρο των δραστηριοτήτων τους, από τα παλιότερα χρόνια που έχουμε πηγές ή από την προφορική παράδοση δε φαίνεται να διατηρείται κάποια ιδιαίτερη πολιτιστική παράδοση που να σχετίζεται με θρύλους, δοξασίες, ιστορίες ή κάποια συγκεκριμένα έθιμα. Ούτε πάλι μπορέσαμε να καταγράψουμε κάποια ποιήματα ή τραγούδια που να σχετίζονται με το ποτάμι και τους δραστηριότητες των κατοίκων γύρω απ` αυτό. Τα περισσότερα στοιχεία που έχουμε προέρχονται από έγγραφα που αφορούν το Διονυσιάτικο μετόχι και τους νερόμυλους που λειτουργούσαν εκεί. Μια τέτοια ιστορία τους αφηγήθηκε ο παλιός επιστάτης του σχολείου τους κ. Μάκης Γεροχύμος και αφορούσε έναν από τους τελευταίους καλόγερους που διέμεναν στο μετόχι αυτό με τους νερόμυλους. «Ο καλόγερος τους, λοιπόν, από ένα εγκεφαλικό, μάλλον, επεισόδιο είχε χάσει τη μιλιά του. Οι άλλοι καλόγεροι και πολλοί κάτοικοι πίστευαν πως όλο τον καιρό από τότε που αρρώστησε δε μιλούσε επίτηδες γιατί έκρυβε κάπου στο κελί του χρήματα ή άλλο θησαυρό και δεν ήθελε να το πει σε τους. Μάταια όλο τον καιρό περίμεναν να τους αποκαλύψει τον κρυψώνα. Όταν πλησίαζε το τέλος του με διάφορα νοήματα όλο και προσπαθούσε κάτι να τους πει, μα οι άλλοι δεν έδιναν σημασία. Τέλος από το κρεβάτι που τον είχαν ξαπλωμένο κουνούσε συνεχώς τα χέρια του δείχνοντας κάτι κάτω από αυτό. Όλοι τότε οι παρευρισκόμενοι σκέφτηκαν πως ήρθε η ώρα, πριν πεθάνει, να τους αποκαλύψει το θησαυρό.


Όταν, λοιπόν, έψαξαν καλά κάτω από το κρεβάτι, σε μια μικρή κρυψώνα, ανακάλυψαν με έκπληξη μια μικρή νταμιτζανίτσα  τσίπουρο. Ο αθεόφοβος, μεγάλος πότης στη ζωή του, ήθελε μέχρι και τα τελευταία του να δοκιμάσει λίγο από το αγαπημένο του ποτό. Έτσι ο ‘θησαυρός’, που πίστευαν πολύ πως έκρυβε, αποδείχτηκε τσίπουρο.»

          Μια άλλη παράδοση που αφορά το ξωκλήσι τους Αγίας Κυριακής που είναι κτισμένο κοντά στο Διονυσιάτικο μετόχι, στην περιοχή που ονομάζεται μέχρι και σήμερα ‘Μύλος’, αναφέρεται σε κάποιον μοναχό Στέφανο  που είναι θαμμένος πίσω από το ιερό του ξωκλησιού πριν το 1950 (πιθανότατα είναι το ίδιο πρόσωπο τους ιστορίας που αναφέραμε προηγούμενα) και κανένας μέχρι τώρα δε τόλμησε να σκάψει για να  αποκαλύψει τον τάφο του. Μια βραδιά τους, κατά τη δεκαετία του `60, όλο το πλακόστρωτο δάπεδο τους Αγίας Κυριακής μέχρι και στο Ιερό Βήμα βρέθηκε μισοανασκαμμένο. Όταν οι κάτοικοι ανασήκωσαν τους πλάκες αποκαλύφθηκαν κάποιες τρύπες με σπασμένα άδεια κιούπια (πήλινα αγγεία). Κάποιος ή κάποιοι καρπώθηκαν το θησαυρό, πιθανόν λίρες, που έκρυβε στα σπλάχνα του και που δε βρέθηκε ποτέ. Απομεινάρι αυτών των αγγείων μπορούμε να διακρίνουμε σ` ένα σημείο του χώρου του Ιερού Βήματος, ενώ τα άλλα καλύφθηκαν από το καινούριο τσιμεντένιο δάπεδο.
 Η περιοχή του Χαβρία που ονομάζεται από τους ντόπιους και ‘Μύλος’ έχει συνδεθεί με τα δυο πανηγύρια που γινόντουσαν από παλιά εκεί. Αυτό τους Αγίας Κυριακής, τους 7 Ιουλίου κάθε χρόνου και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου τους 24 Ιουνίου που γιορτάζεται το Γενέσιο του Αγίου. Το δεύτερο πανηγύρι γινόταν στο μετόχι τους Ι. Μ. Διονυσίου, στο ξωκλήσι που υπάρχει ενσωματωμένο στο δεύτερο όροφο του κτιρίου μέχρι τη δεκαετία του `70, ενώ μετά ψαλλόταν μέχρι το 1998 Εσπερινός την παραμονή και Θεία Λειτουργία την επομένη. Κατά τη διάρκεια τους τέλεσης του Εσπερινού τους πανήγυρης τους επόμενης χρονιάς τους έπεσαν σοβάδες πάνω στην Αγία Τράπεζα με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να μη γίνει η Θεία Λειτουργία. Έτσι, επειδή από την εγκατάλειψη άρχισε να γίνεται επικίνδυνο το κτίριο, ο ιερέας σταμάτησε να τελεί Θεία Λειτουργία.
                                                                                        Το άλλο πανηγύρι, αυτό τους Αγίας Κυριακής, γινόταν από πολύ παλιά και αφού για ένα  διάστημα πέρασε μια κρίση σήμερα απέκτησε ξανά την παλιά του αίγλη και συμμετέχει σ` αυτό όλο το χωριό. Έτσι το παραδοσιακό κουρμπάνι που μέχρι πριν λίγα χρόνια γινόταν για λίγα άτομα σήμερα προσφέρεται σε όλους, ενώ προστέθηκαν και τα παραδοσιακά σουβλάκια. Παλιότερα, τότε που το νερό του ποταμού δεν είχε μολυνθεί, οι κάτοικοι ψάρευαν απ` αυτό διάφορα ψάρια που προσφέρονταν στο πανηγύρι.
Ο Χαβρίας και η γύρω περιοχή του αποτελούσε πριν από μερικά μόλις χρόνια για τους ντόπιους και ιδιαίτερα για τα παιδιά το χώρο όπου περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους. Εδώ μάθαιναν το κολύμπι και κολυμπούσαν το καλοκαίρι, εδώ διασκέδαζαν ψαρεύοντας με διάφορους τρόπους και εδώ έπαιζαν τα παιχνίδια τους κλέβοντας και κάποιο χρόνο από τους αγροτικές τους ασχολίες. Τέλος Μαΐου, όταν ο τόπος είχε ακόμα τους μουριές, μαζεύονταν στο ‘Μύλο’ τους παρέες από το χωριό για να φάνε ‘μπαμπούσκες’, μαύρα μούρα που αφθονούσαν. ‘Μπαμπούσκα’ είναι ρώσικη λέξη και σημαίνει γιαγιά. Ίσως τα μαύρα μούρα πήραν αυτό το όνομα από το χρώμα τους, αφού συνηθίζονταν τότε οι γιαγιάδες να φοράνε πάντα μαύρα ρούχα. Οι κάτοικοι έρχονταν, τότε που δεν υπήρχαν τα αυτοκίνητα, στο ‘Μύλο’ για τους δουλειές τους και τα πανηγύρια με τα ζώα τους ή και με τα πόδια ακόμα, μια απόσταση από το χωριό 4,5 χιλιομέτρων.

Κτίσματα στην περιοχή.

             Το πιο σημαντικό κτίσμα που υπάρχει στην περιοχή που διαρρέει ο Χαβρίας από την περιοχή των Πλανών μέχρι τη ‘Μελισσόπετρα’ είναι το Διονυσιάτικο μετόχι. Το μετόχι είναι πολύ παλιό, αφού ήδη το 1659 ο μύλος αναφέρεται στον ‘βακουφναμέ’ (αυτοκρατορικό έγγραφο) τους Ι. Μ. Διονυσίου. Πρόκειται για ένα αξιόλογο λιθόκτιστο συγκρότημα που περιλαμβάνει υδροκίνητες παλιές εγκαταστάσεις.  Γύρω απ` αυτό το κτίσμα υπήρχαν κτήματα τους Ι. Μ. Διονυσίου του Αγίου Όρους και στα οποία δούλευαν κάτοικοι του διπλανού χωριού του Μεταγγιτσίου. Η ύπαρξη μύλων στην κυριότητα τους Ι. Μ. Διονυσίου αναφέρεται σε ένα ιεροδικαστικό έγγραφο του 16ου αιώνα, που συντάχθηκε για την πώληση τους τσιφλικιού σε τρεις μοναχούς τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, το τσιφλίκι βρισκόταν κοντά στο Μεταγγίτσι και περιλάμβανε «έναν πύργον, μίαν αποθήκην, δύο οίκους, υποκάτω δε τούτων σταύλον και έν μέρος διά τας αγελάδας με αχυρώνα και έν αλώνιον και ένα κήπον και δύο μύλους επάνω εις τον ποταμόν του ρηθέντος χωρίου». Τους ταυτίσουμε τον πύργο και τους δυο μύλους του ιεροδικαστικού εγγράφου, με το κτίσμα που διασώζεται και με τον παρακείμενο μύλο με τα δυο ‘μάτια’, θα πρέπει τότε να ταυτίσουμε και τη θέση του σημερινού συγκροτήματος του υδρόμυλου ή και ορισμένα τμήματά του με την υδροκίνητη εγκατάσταση του 16ου αιώνα.

Η νοτιοδυτική πλευρά του μοναστηριακού συγκροτήματος στο ‘Μύλο’



                                                  

Η είσοδος και κάποια απομεινάρια από το μηχανολογικό εξοπλισμό
του Διονυσιάτικου νερόμυλου
     


                     
           Ο όροφος είναι ένας ενιαίος ορθογωνικός χώρος με εμφανή στέγη και επικοινωνεί με το ισόγειο με μια εσωτερική ξύλινη σκάλα. Στο ένα άκρο του περιλαμβάνει έναν μικρό ναό προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και ένα διάδρομο που οδηγεί στο γειτονικό κτίσμα. Ο τρόπος σύνδεσης των δυο αυτών μονάδων, η μορφή της στέγης στο σημείο επαφής τους, καθώς και η τυπολογία τους στην περιοχή σύνδεσης, φανερώνουν τη διαφορετική περίοδο κατασκευής τους. Η είσοδος στον όροφο γίνεται από την ανατολική όψη με μια κτιστή σκάλα με δυο σκέλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ανοίγματα του κτίσματος βρίσκονται στη δυτική και νότια πλευρά του, ενώ στην ανατολική υπάρχουν μόνο μικρές φωτιστικές θυρίδες.


     


Η τρίτη οικοδομική μονάδα, συνδέει τις άλλες δυο που είναι προγενέστερες. Αυτό μας κάνει να υποθέσουμε πως ο μύλος λειτουργούσε και πριν την εγκατάσταση εδώ των καλόγερων από τη μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Ο όροφος περιλαμβάνει στη μια πτέρυγα τους χώρους διαμονής των μοναχών (κελιά) που εκτός από την επιστασία της εκμετάλλευσης του μύλου είχαν και τη φροντίδα των κτημάτων της μονής που υπήρχαν γύρω απ` αυτόν. Στην άλλη πτέρυγα υπήρχε το μαγειρείο με το φούρνο. Η είσοδος γίνεται εδώ από τη δυτική πλευρά διά μέσου ενός κτιστού θολωτού κλιμακοστασίου, του οποίου έχει καταστραφεί το ξύλινο τμήμα που αντιστοιχεί στο πλατύσκαλο.

Τα επί μέρους κατασκευαστικά και μορφολογικά στοιχεία, στοιχειοθετούν ότι πρόκειται για τη νεότερη φάση του συγκροτήματος, όπως αυτό πιστοποιούνταν και από εντοιχισμένη πλάκα στη βόρεια όψη, στην οποία αναγράφονταν η χρονολογία 1891, 2 Ιουνίου. Η μαρτυρία όμως αυτή έχει δυστυχώς αφαιρεθεί και προφανώς κλαπεί και μάλιστα μετά το καλοκαίρι του 1988, ενώ υπήρχε όταν, όπως μας πληροφορεί η αρχιτέκτονας Ευαγγελία Καμπούρη, προϊσταμένη της 4ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων, έκανε την πρώτη της επίσκεψη στο συγκρότημα του Μύλου. Η ίδια, η οποία σημειωτέον εισηγήθηκε στις 5 Αυγούστου 1988 το χαρακτηρισμό του συγκροτήματος ως ιστορικό μνημείο (διατηρητέο) και πρότεινε στο Υπουργείο Πολιτισμού την επισκευή του, μας πληροφορεί πως την ίδια περίοδο ο συνεχόμενος χώρος του πύργου δεν ήταν επισκέψιμος στον όροφο, διότι είχε επικίνδυνες περιοχές. Το Υπουργείο Πολιτισμού με Υπουργό την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη πράγματι την 1η Μαρτίου 1989 με την υπ` αριθμ. Γ/2930/48197 απόφασή του (παρατίθεται σε φωτοτυπία το σχετικό έγγραφα) χαρακτηρίζει «ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1469/50, το συγκρότημα του υδρόμυλου ιδιοκτησίας Ι. Μ. Διονυσίου στο Μεταγγίτσι Ν. Χαλκιδικής με ζώνη προστασίας 50 μέτρων γύρω απ` αυτό, διότι αποτελεί αξιόλογο κτίσμα ειδικής λειτουργίας, παραγωγής παρασκευασμάτων αλεύρου, και σημαντική μαρτυρία για τις συνθήκες εργασίας και ζωής, ορισμένης περιόδου στην περιοχή της Ν. Χαλκιδικής».



Δυστυχώς βέβαια από τότε καμιά ενέργεια δεν έγινε ούτε από το ίδιο το Υπουργείο, ούτε από τους τοπικούς φορείς για τη φροντίδα του συγκροτήματος. Παραμένει εγκαταλειμμένο επί πολλές δεκαετίες, ενώ οι φθορές που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια μεγαλώνουν και επεκτείνονται στο σύνολο του συγκροτήματος. Το αποτέλεσμα είναι να έχει καταρρεύσει το μεγαλύτερο μέρος του, κυρίως η στέγη του και το ανατολικό τμήμα του μετά και τις έντονες χιονοπτώσεις και βροχοπτώσεις του χειμώνα του 2006 καταπλακώνοντας και το σημαντικότερο τμήμα του νερόμυλου στο ισόγειο. Δυστυχώς στις μέρες μας, παρά στην ευαισθητοποίηση των τοπικών αρχών και τη συνεννόηση με την Ι. Μ. Διονυσίου του Αγίου Όρους της οποίας το συγκρότημα εξακολουθεί να αποτελεί ιδιοκτησία και παρότι ολόκληρη η περιοχή του ‘Μύλου’ είχε ενταχθεί στο παλιότερο ευρωπαϊκό πρόγραμμα LEADER για τη δημιουργία πολιτιστικού πάρκου που θα αποτελούσε οικονομική και πολιτιστική ανάσα για την περιοχή τίποτα δεν έχει γίνει απ` αυτά τα σχέδια. Ακόμα και όταν το ‘Ινστιτούτο Μύλων’ που εδρεύει στην Αθήνα ενδιαφέρθηκε για την αποκατάσταση και την επαναλειτουργία των δυο νερόμυλων που υπήρχαν στο μοναστηριακό συγκρότημα κανένας παράγοντας ή φορέας δε δραστηριοποιήθηκε.

Οι δυο νερόμυλοι του Διονυσιάτικου μετοχιού, που λειτουργούσαν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του `70, όφειλαν την ύπαρξή τους και τη δυναμική τους στην περιοχή στον Χαβρία. Η παρέκκλιση της κοίτης του ποταμού προς την περιοχή του μύλου γινόταν βορειότερα, 2,5 χιλιόμετρα πιο πάνω από το συγκρότημα, με την κατασκευή ενός μικρού φράγματος στη θέση ‘Δέση’ και τη διοχέτευση του νερού, μέσω ενός καναλιού, σε μια μεγάλη δεξαμενή με ισχυρή τοιχοποιία από ορθογώνιες πέτρες και μείωση του πάχους της προς το επάνω μέρος. Η πυκνή βλάστηση γύρω απ` αυτή δεν αφήνει ορατό το περίγραμμά της, είναι πάντως φανερό ότι πρόκειται για κατασκευή μεγάλων διαστάσεων.


Από τη δεξαμενή αυτή το νερό έπεφτε με δύναμη μέσα από δυο καταπακτές στις μυλόπετρες. Το μικρό αυτό φράγμα, που διατηρείται μέχρι σήμερα (όχι πάντως στην καλύτερη κατάσταση), είχε κατασκευαστεί από τους κατοίκους της περιοχής και εξυπηρετούσε όχι μόνο τη λειτουργία των νερόμυλων αλλά και την άρδευση των γύρω κτημάτων. Στο κανάλι που είχε κατασκευαστεί για να διοχετεύει το νερό του Χαβρία και που στα κείμενα αναφέρεται ως ‘μυλαύλαξ – μυλαύλακας), κάθε 50 περίπου μέτρα είχαν κατασκευαστεί ‘παραθύρες’, ανοίγματα δηλαδή στο κανάλι, που τα άνοιγαν οι κάτοικοι όταν ήθελαν να ποτίσουν τα χωράφια τους. Έτσι το νερό διοχετεύονταν με φυσική ροή μέσα από αυλάκια στα κτήματα και ποτίζονταν οι καλλιέργειες.


Παλιότερα στην περιοχή αυτή εργάζονταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κάτοικοι του Μεταγγιτσίου, αλλά και της γύρω περιοχής, στα κτήματα της μονής. Υπήρχαν, μάλιστα, γύρω από το συγκρότημα του μύλου και άλλα κτίσματα, όπως καλύβες, αχυρώνες, αποθήκες, που σήμερα δε διασώζονται. Το τελευταίο απ` αυτά τα κτίσματα που θυμούνται οι κάτοικοι να διατηρούνταν μέχρι το 1970 περίπου, μισοκαταστραμμένη όμως και χωρίς σκεπή, ήταν μια αποθήκη σηροτροφίας, αφού εκείνα τα χρόνια άνθιζε η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα και υπήρχαν στην περιοχή πολλές μουριές (‘ασκαμνιές’).
Ο μύλος χρησιμοποιήθηκε από τους μοναχούς μέχρι το τέλος της δεκαετίας του `50 και εξυπηρετούσε και άλλους κατοίκους της γύρω περιοχής. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η λειτουργία του κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Γύρω στο 1948, ίσως και λόγω του εμφυλίου, οι καλόγεροι της Ι. Μ. Διονυσίου άρχισαν να απομακρύνονται από την εκμετάλλευση της περιοχής και τα κτήματα να απαλλοτριώνονται. Προηγούμενα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1945, την ημέρα του Σταυρού , συνέβηκε στην περιοχή μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Λόγω των πολλών και συχνών βροχοπτώσεων το ποτάμι πλημμύρισε και επειδή δε μπορούσε να βρει διέξοδο στη στενή τοποθεσία ‘Μελισσόπετρα’ απ` όπου κυλάει κατέκλυσε όλη τη γύρω περιοχή. Πεντακόσια στρέμματα έγιναν λίμνη. Το νερό ανέβηκε μέχρι σχεδόν τη στέγη του μετοχιού. Και σήμερα ακόμα είναι ευκρινή στα τοιχώματα του πάνω ορόφου του κτίσματος, αν και αυτά έχουν ασβεστωθεί, τα σημάδια για το μέχρι που είχε φτάσει η στάθμη του νερού. Οι μοναχοί για να σωθούν ανέβηκαν πρώτα πάνω στο τραπέζι και μετά στα ξύλα της εμφανούς στέγης. Έτσι μόνο ζώα και αλέσματα χάθηκαν. Από την περίοδο αυτή οι κάτοικοι θυμούνται το μοναχό Ιγνάτιο.
Τα επόμενα χρόνια ανέλαβαν τη λειτουργία του νερόμυλου κάτοικοι της περιοχής. Έτσι, κατά σειρά, μετά την εγκατάλειψη του μύλου από τους μοναχούς, είχαν την εποπτεία του μύλου πρώτα από το 1925 ως το 1938 κάποιος Μικρασιάτης πρόσφυγας, ο μπαρμπα- Θανάσης Κουρμπάσης, χωρίς να γνωρίζουμε γι` αυτόν παραπάνω στοιχεία, αλλά και οι Μεταγγιτσινοί Κυπαρισσάς Δημήτρης και μετέπειτα οι γιοι του Κυπαρισσάς Παραδείσης και Κυπαρισσάς Παναγιώτης. Το 1958 μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε εδώ αποτέφρωσε όλη την έκταση γύρω από το μοναστηριακό συγκρότημα και έκαψε 5.000 ελαιόδεντρα. Λίγο αργότερα, το 1963, έγινε οριστική διανομή των μοναστηριακών κτημάτων που είχαν δοθεί από το 1924 προσωρινά σε κατοίκους της περιοχής. Έτσι, σήμερα, στην Ι. Μ. Διονυσίου ανήκει μόνο το συγκρότημα του μύλου και μικρή ζώνη γύρω απ` αυτό. Συγχρόνως τα νερά του ποταμού έχουν μειωθεί σημαντικά, αλλάζοντας τα χαρακτηριστικά της όλης περιοχής.
Η στενή κοίτη του Χαβρία λίγο πριν τη γέφυρα στον παλιό δρόμο για Κελλί – Βραστά.

Στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης του Χαβρία πρέπει να λειτουργούσαν πολύ παλιότερα επί Τουρκοκρατίας και άλλοι νερόμυλοι, όπως μαρτυρεί η ονομασία μιας περιοχής, λίγο πιο πάνω από το μικρό φράγμα στη ‘Δέση’, «Τ` Γεροστέργ` η μύλους». Μάλιστα παλιότεροι κάτοικοι του Μεταγγιτσίου ενθυμούνται υπολείμματα ενός αυλακιού που έφερνε νερό από ένα μικρό φράγμα που βρισκόταν λίγο πιο ψηλά από την τοποθεσία αυτή.

Στην Διονυσιάτικο μετόχι ανήκε και το ξωκλήσι της Αγίας Κυριακής. Το ξωκλήσι αυτό είναι κτισμένο εκατό περίπου μέτρα από την κοίτη του ποταμού και στην πανήγυρή του συγκεντρώνει πλήθος κόσμου που έρχεται εδώ για να γιορτάσει από το Μεταγγίτσι. Εσωτερικά και δεξιά της εισόδου του ναού υπάρχει εντοιχισμένος μαρμάρινος σταυρός με χρονολογία 1868, χρονιά προφανώς που κτίστηκε το ξωκλήσι, ενώ πάνω ακριβώς από την είσοδο υπάρχει χαραγμένος σταυρός σε εσοχή. Εσωτερικά η οροφή του είναι ημιθολωτή, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό όταν κοιτάμε το ναό απ` έξω. Η κεραμοσκεπή είναι καινούρια, ενώ και το παλιό κεραμόστρωτο δάπεδο που υπήρχε καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με τσιμεντένιο. Σήμερα γίνονται έργα πλακόστρωσης στον περίβολο της εκκλησίας. Το τέμπλο μέσα στο ξωκλήσι είναι ξύλινο και οι εικόνες του 1979, έργα της αδελφότητας Ανανίου του Αγίου Όρους. Τις παλιές εικόνες που είχε το ξωκλήσι τις πήραν οι μοναχοί στο Άγιο Όρος, όταν εγκατέλειψαν οριστικά το μετόχι τους.


Άλλα κτίσματα στην περιοχή είναι και τα γεφύρια που εξυπηρετούν τη διέλευση των ανθρώπων από το ποτάμι. Το παλιότερο απ` αυτά είναι αυτό που περνούσαν οι κάτοικοι για ν` αλέσουν στο μύλο. Είναι ένα πέτρινο μικρό θολωτό γεφύρι κάτω από το οποίο περνούσε το αυλάκι που έφερνε το νερό στο μύλο. Βρίσκεται περίπου 100 μέτρα από το νερόμυλο και σήμερα είναι μισοκαλυμμένο από τη βλάστηση.
Πολύ σημαντικό είναι και το μεγαλύτερο γεφύρι που κατασκευάστηκε το 1960 στην περιοχή ‘Πλύστρες’ και εξυπηρετεί τη μετακίνηση των κατοίκων προς το Κελλί και τα Βραστά. Είναι πέτρινο και αρκετά ψηλό αφού το ύψος του φτάνει περίπου τα 9 μέτρα.

Λίγο πριν την υδροδότηση του χωριού στις 5 Οκτωβρίου 1965 από την πηγή ‘Πραβίτα’, 19 περίπου χιλιόμετρα από το Μεταγγίτσι, κατασκευάστηκε, στο μέσο περίπου της απόστασης από το ‘Μύλο’ μέχρι τη ‘Δέση’, μια άλλη στενή τσιμεντένια με μεταλλικά κάγκελα αερογέφυρα για να περάσει απ` αυτή ο αγωγός του νερού. Η γέφυρα αυτή, παρόλο που δεν είναι και στην καλύτερη κατάστασή της, εξυπηρετεί κάποιες φορές τη διέλευση πεζών από τη μια όχθη στην άλλη, κυρίως όταν το ποτάμι έχει αρκετό νερό και δε μπορείς να το περάσεις με άλλο τρόπο.

Η γέφυρα με τον αγωγό νερού στον ποταμό Χαβρία πριν την κατάρρευσή της λόγω κακής συντήρησης

Στη σημερινή του μορφή το συγκρότημα του Μύλου αποτελείται από επί μέρους τμήματα που συγκροτούν μια μεγάλη ενιαία επιμήκη μονάδα, με κάλυψη περίπου 400 τετραγωνικών μέτρων.
Από το συγκρότημα ξεχωρίζει ο πύργος που ενσωματώθηκε στο ένα άκρο του. Διακρίνεται τόσο από το ύψος και την κατασκευαστική του δομή – που διαφοροποιούνται απ` αυτά των υπόλοιπων κτισμάτων – όσο και από το γεγονός ότι οι τοιχοποιίες των συνεχόμενων κατασκευών εφάπτονται προς αυτόν.
Μια άλλη μονάδα είναι αυτή που περιλαμβάνει τις εγκαταστάσεις του μύλου. Είναι ένα διώροφο κτίσμα με κεραμοσκεπή στέγη και έχει τρεις προσπελάσεις προς το εσωτερικό του. Μία για τον όροφο και δυο για το ισόγειο. Η μια είσοδος του ισογείου είναι ένα μικρό άνοιγμα με τοξωτό ανώφλι στη στενή νότια πλευρά και οδηγεί σε χαμηλότερο λιθόστρωτο επίπεδο. Διασώζεται εδώ μεγάλο μέρος από τον μηχανολογικό εξοπλισμό του μύλου ( χοάνες, μυλόπετρες, άξονας κ.λ.π.), όχι βέβαια και στην καλύτερη κατάσταση, καθώς και από τον εξοπλισμό του χώρου, ο οποίος περιλαμβάνει και ένα μικρό υπερυψωμένο δωμάτιο με τζάκι για την παραμονή των υπεύθυνων παρακολούθησης της όλης διαδικασίας. Μια δεύτερη είσοδος οδηγούσε στον ίδιο χώρο διά μέσου ενός στάβλου που χρησίμευε  για την προσωρινή παραμονή των ζώων κατά την εκφόρτωση και το φόρτωμα των προϊόντων.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Ανθρώπινη παραγωγικότητα, αναψυχή, αγροτουριστική ανάπτυξη


Μορφές διαχείρισης του νερού.
     
         Μέχρι  το 1965 περίπου το νερό του ποταμού ήταν κατάλληλο και για πόση γι` αυτό και οι κάτοικοι του Μεταγγιτσίου προμηθεύονταν νερό για τα σπίτια τους απ` αυτόν. Σήμερα με τη μόλυνση που έχει επέλθει στα νερά του από τα κάθε λογής απόβλητα που ρίχνονται σ` αυτόν, το νερό είναι ακατάλληλο όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και επικίνδυνο για τον κάθε λογής ζωντανό οργανισμό που ζει ακόμα στο ποτάμι. Έτσι η κύρια υδροδότηση του χωριού γίνεται από την περιοχή ‘Πραβίτα’ που είναι και μια από τις πηγές του Χαβρία και ανήκει στο Δ.Δ. Ταξιάρχη. Βρίσκεται μέσα σε μια περιοχή γεμάτη πυκνή βλάστηση, σε απόσταση περίπου 19 χιλιομέτρων από το Μεταγγίτσι. Το νερό της πηγής τρέχει από μια σχισμή σε πέτρα και ένα μέρος της χρησιμοποιείται για την ύδρευση του Μεταγγιτσίου, ενώ το υπόλοιπο τρέχει στο ποτάμι. Η ποιότητα του νερού αυτής της πηγής είναι πολύ καλή. Στην ίδια αυτή περιοχή της πηγής υπάρχουν στο νερό χέλια, καβούρια, μπριάνες και ντιλιανοί.

        Το νερό του Χαβρία χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα από τους κατοίκους του Μεταγγιτσίου στις διάφορες γεωργικές τους ασχολίες. Παλιά, μέχρι και τη δεκαετία του `50, υπήρχαν πολλές καλλιέργειες στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού. Έτσι μπορούσες να βρεις από εδώ τριφύλλια, φασόλια, καρπούζια, καλαμπόκια, φιστίκια, πατάτες, σουσάμια, τεύτλα, ντομάτες και ελιές από τα πολλά ελαιόδεντρα που υπήρχαν εδώ πριν την πυρκαγιά του 1958. Όλα αυτά ποτίζονταν με νερό του ποταμού που κυλούσε με φυσική ροή σε αυλάκια από το κανάλι που είχε κατασκευαστεί για να μεταφέρει το νερό από το μικρό φράγμα στη θέση ‘Δέση’ στο Διονυσιάτικο νερόμυλο. Ακόμα στην περιοχή υπήρχαν πολλές μουριές που τα φύλλα τους χρησιμοποιούνταν για την εκτροφή μεταξοσκώληκα (‘μαμούδια’) που άνθισε την περίοδο της δεκαετίας του `50 και του `60.                      
     
        Σήμερα οι κάτοικοι καλλιεργούν κυρίως κηπευτικά και μποστάνια, καλαμπόκι, πατάτες και σιτάρι χρησιμοποιώντας νερό κυρίως με άντληση από αρδευτικές γεωτρήσεις, ενώ ποτίζουν με το νερό που κουβαλούν από το ποτάμι σε βυτία - δεξαμενές με τα γεωργικά τους μηχανήματα τους πολλούς ελαιώνες που έχουν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια.  Σύμφωνα με στοιχεία της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν.Α.Χ. για το έτος 2000 από τις ετήσιες απαιτήσεις αρδευτικού νερού στο Δ.Δ. Μεταγγιτσίου που φτάνουν τα 565.000 m3, το 50% περίπου των αρδευόμενων εκτάσεων ανήκει στη λεκάνη του Χαβρία πράγμα που σημαίνει πως το αρδευτικό νερό που καταναλώνεται εντός της περιοχής μελέτης πλησιάζει στα 285.000 m3. Βέβαια η κατανάλωση αυτή είναι μικρή σε σχέση με την κατανάλωση στα άλλα Δ.Δ. απ` όπου περνά ο Χαβρίας, αφού δε ξεπερνά το 1,5% του συνόλου της κατανάλωσης σε όλες τις λεκάνες του Χαβρία. Στο τμήμα της λεκάνης του Χαβρία που ανήκει στο Δ.Δ. Μεταγγιτσίου είχαν καταγραφεί 33 αρδευτικές γεωτρήσεις κατά το 2000, που όμως έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να υπάρχει και σημαντική αύξηση των αντλούμενων ποσοτήτων νερού.  


ΧΡΗΣΕΙΣ  ΓΗΣ  ΠΕΡΙΟΧΗΣ  ΜΕΛΕΤΗΣ  ΧΑΒΡΙΑ
ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΕΛΕΤΗΣ
Δ. Δ, ΜΕΤΑΓΓΙΤΣΙΟΥ

ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ
ΠΟΣΟΣΤΟ %
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΑΣΗ ΓΗΣ
41800

ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΓΡΑΝΑΠΑΥΣΕΙΣ
20600
48,93
ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΒΟΣΚΟΤΟΠΟΙ
100
0,24
ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΒΟΣΚΟΤΟΠΟΙ
0
0
ΔΑΣΗ
20500
48,69
ΟΙΚΙΣΜΟΙ
600
1,43
ΝΕΡΑ
300
0,71
ΣΥΝΟΛΑ
42100
100





ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΣΤΟ Δ.Δ. ΜΕΤΑΓΓΙΤΣΙΟΥ
Είδος  Καλλιέργειας
Ποσοστό κατανομής %
Ελαιοκαλλιέργεια
60
Σιτηρά
18
Αγρανάπαυση
14
Κηπευτικά
4
Άλλες αροτριαίες καλλιέργειες
2
Άλλες δενδροκαλλιέργειες
2
ΣΥΝΟΛΟ
100




         Στο λόφο του ‘Αξαντά’, στα όρια των χωριών Μεταγγιτσίου και Πλανών, σε μια περιοχή που ονομάζεται ‘Ξιδονέρι’, υπάρχει σε μια σπηλιά πηγή ξινού νερού (ανθρακικού). Η πηγή που ονομάζεται κι` αυτή ΄Ξιδονέρι’ πήρε, όπως φαίνεται και από τη λέξη την ονομασία αυτή από το νερό της που αν μείνει σε δοχείο απομένει στον πάτο του σαν κατακάθι ένα πηχτό ίζημα, σαν το ξίδι. Το νερό αυτό, σύμφωνα με τις απόψεις ειδικών μεταλλειολόγων, περνάει από στρώματα χρυσού που φαίνεται να υπάρχουν στο λόφο και λόγω της αυξημένης οξείδωσης του χώματος αποκτά όξινη ιδιότητα. Μάλιστα, λέγεται, πως κάποιος είχε ενδιαφερθεί παλιότερα για την αξιοποίηση αυτού του νερού αλλά δεν προχώρησε σε άλλες ενέργειες, άγνωστο γιατί. Αρκετοί, πάντως, κάτοικοι της γύρω περιοχής πηγαίνουν στην πηγή στο ‘Ξιδονέρι’ και γεμίζουν δοχεία με το νερό της λόγω των θεραπευτικών ιδιοτήτων που ισχυρίζονται πως έχει, κυρίως για την επούλωση πληγών.
        Χαρακτηριστικό επίσης της σύστασης των εδαφών της περιοχής που φαίνεται να περιλαμβάνουν διάφορα μέταλλα είναι και οι ονομασίες δυο ακόμα περιοχών κοντά στο ‘Ξιδονέρι’. Η ‘Μεταλλική κορυφή’, νοτιανατολικά από το ‘Ξιδονέρι’ και τα ‘Μέταλλα’, βορειανατολικά του οικισμού ’Πετσάδα’. Έτσι φαίνεται να επαληθεύεται η άποψη πως σε παλιότερες, άγνωστες σε μας, εποχές λειτουργούσαν στην περιοχή μεταλλεία.



        Μια άλλη ασχολία παλιότερα των γυναικών του Μεταγγιτσίου στο ποτάμι ήταν και το πλύσιμο των ρούχων. Κοντά στη γέφυρα που περνά ο δρόμος για το Κελλί και τα Βραστά, λίγο πριν στενέψει η κοίτη του ποταμού κατηφορίζοντας προς τη ‘Μελισσόπετρα’, στη θέση ‘Πλύστρες’, το ποτάμι απλώνει σε πλάτος. Εκείνο, επίσης, που χαρακτηρίζει το τοπίο μέσα στο ποτάμι είναι οι μεγάλες άσπρες πέτρες, οι κροκάλες. Εδώ, λοιπόν, κουβαλούσαν με τα ζώα οι γυναίκες τα ρούχα για να τα πλύνουν. Εδώ πάνω στις πέτρες που είχαν μεγάλη επιφάνεια τα χτυπούσαν καθώς το νερό περνούσε πάνω απ` αυτές με τον κόπανο για να καθαρίσουν. Το μέρος αυτό αποτελούσε το πλυσταριό τους. Κουβέρτες, κουρελούδες, κιλίμια, φλοκάτες αλλά και άλλα ρούχα μ` αυτό τον τρόπο καθάριζαν τότε που δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα. Γι` αυτό το λόγο και η τοποθεσία ονομάστηκε ‘Πλύστρες’.
Ο Χαβρίας στην περιοχή ‘Πλύστρες’

Ο Χαβρίας χρησίμευε μέχρι και τη δεκαετία του `70 και για ψάρεμα. Οι τρόποι ψαρέματος ήταν πολλοί. Ένας απ` αυτούς ήταν να χτυπούν με σφυρί ή με άλλες πέτρες τις πέτρες που εξείχαν από το νερό και κάτω απ` αυτές κρύβονταν τα ψάρια. Έτσι μετά από λίγο, αν ήταν τυχεροί, είχαν στο χέρι τους σκοτωμένο το ψάρι που κρύβονταν στην πέτρα. Συνήθως όμως αυτά τα ψάρια ήταν μικρά. Αν μάλιστα ήταν άτυχοι μπορούσαν, καθώς έψαχναν κάτω από την πέτρα, να βρεθούν τρομαγμένοι με μια νεροφίδα στο χέρι, σαν το περιστατικό που μας αφηγήθηκε ο γραμματέας του τοπικού διαμερίσματος κ. Παπαστόικος Δημήτρης. Άλλος τρόπος ψαρέματος ήταν με τον ασβέστη ή το ‘βοτάνι’ (στρόγγυλος μαύρος καρπός σαν ρεβίθι).Το τελευταίο το προμηθεύονταν κυρίως από τα Βραστά όπου φύτρωνε και το πουλούσαν κρυφά αλλά και ακριβά οι κάτοικοί του και πριν το χρησιμοποιήσουν το ‘στούμπιζαν’ (το άλεθαν σε γουδί και το έκαναν ζυμάρι με ψωμί, τυρί ή σκουλήκια). Έριχναν κατόπιν σ` ένα μέρος του ποταμού, περιορίζοντας τη ροή του, σκόνη από ασβέστη ή κομμάτια από το ‘στουμπισμένο’ βοτάνι με αποτέλεσμα να σκάνε τα ψάρια από τον ασβέστη ή  να πηδάνε έξω από το νερό όταν έτρωγαν το βοτάνι όλα τα ψάρια, με εξαίρεση τα χέλια.




Το ψάρεμα γινόταν και  με δραστικά φυτά που φύτρωναν στην περιοχή της Μελισσόπετρας, όπως ο φλόμος και η γαλατσίδα.

Από το πρώτο χρησιμοποιούσαν τη κιτρινωπή του σκόνη  και από το δεύτερο τα βλαστάρια του που περιέχουν ένα υγρό σα γάλα. Μ` αυτά δηλητηρίαζαν τα ψάρια στο περιορισμένο μέρος του ποταμού που χρησιμοποιούσαν και μετά τα συνέλεγαν. Εκείνο πάντως που είναι περίεργο είναι ότι κανείς δε πάθαινε τίποτα με τα δηλητηριασμένα ψάρια που έπιανε.


Το δραστικό φυτό ‘Φλόμος’ στις όχθες του Χαβρία



          Αλλά και τα δίχτυα χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής για να πιάσουν τα ψάρια, ενώ το χειμώνα έπιαναν μ` αυτά  και πάπιες. Ψάρια που ευδοκιμούσαν παλιότερα αλλά και σήμερα στο ποτάμι ήταν κυρίως η ‘μπριάνα’ που είναι ψάρι του βυθού, πολύ νόστιμο, σταχτί στο χρώμα με μαύρες βούλες και μουστάκια στο πάνω χείλος, ο ‘ντιλιανός’ ή ‘ντιλιανάρι’ που μοιάζει με το κεφαλόπουλο και ζει και στην επιφάνεια του νερού καθώς και τα χέλια. Πιο νόστιμα ψάρια, όμως, του Χαβρία θεωρούνταν οι ‘χελομάνες’, ένα είδος ψαριού του βυθού που υπήρχε πιο παλιά που εξέλειπε σήμερα. Χαρακτηριστικό αυτών των ψαριών ήταν ότι δάγκωναν αρκετά και το χρώμα τους ήταν σκούρο πρασινωπό. Υπάρχουν ακόμα στο νερό νεροχελώνες, νερόφιδα (νεροφίδες) και ένα είδος βατράχια σαν τα Γιαννιώτικα που μερικοί παλιότερα τα έτρωγαν τηγανητά. Σήμερα, λόγω κυρίως της μόλυνσης που υπέστη το ποτάμι από τα απόβλητα της γύρω περιοχής, παρ` όλο που αυξήθηκαν μερικά είδη ψαριών, αυτά που υπάρχουν θεωρούνται μολυσμένα και οι κάτοικοι δεν τα τρώνε με αποτέλεσμα να σταματήσει το ψάρεμα.

Σημαντικότατη για την περιοχή ήταν η  χρήση του νερού του Χαβρία για την υδροκίνηση. Έτσι ο νερόμυλος που λειτουργούσε στο Διονυσιάτικο μετόχι μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του `70 περίπου, όπως εκτενέστερα αναφέραμε στην ενότητα για τα κτίσματα, όφειλε την ύπαρξή του και τη σημασία που είχε αποκτήσει για την περιοχή στο Χαβρία. Το νερό του προέρχονταν από το μικρό φράγμα στη θέση ‘Δέση’, 2,5 χιλιόμετρα πιο πάνω και διοχετεύονταν μέσω ενός καναλιού στις δυο καταπακτές του για να κινήσει με τη δύναμή του τις μυλόπετρες. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιούσαν το νερόμυλο αυτό για να αλέθουν το σιτάρι τους. Σήμερα ο νερόμυλος αυτός, όπως άλλωστε και όλο το μοναστηριακό κτίσμα, έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα του ενώ θα μπορούσε να αναστηλωθεί και να συντηρηθεί αλλά και να γίνουν επισκέψιμος γιατί αποτελεί ένα ανεκτίμητο μνημείο της περιοχής που λίγοι, δυστυχώς, το γνωρίζουν.